Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

grumeau στα ελληνικά
grumeau
λέγεται
γκρυμό
.
grumeau
σημαίνει στα ελληνικά
γουρμπούλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- grumeau : θρόμβος
- grumeau : βώλος / σβώλος
- miette / granule : Κόκκος θρόμβος
Subscribe
0 Comments


