Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

guillotiner στα ελληνικά
guillotiner
λέγεται
γκιγιοτινέ
.
guillotiner
σημαίνει στα ελληνικά
καρατομώ / κόβω το κεφάλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- clause couperet / clause guillotine : ρήτρα λαιμητόμου
- vanne à glissière / vanne à guillotine : δικλείδα ολίσθησης παραλλήλων εδρών και μονοκόμματου διαφράγματος
- baie à guillotine / fenêtre à guillotine : παράθυρο συρόμενο κατακόρυφα
- hachoir à guillotine : κατακόρυφη καπνοκοπτική
- affaiblisseur à lame / affaiblisseur à guillotine à lame tournante : μαχαιρωτός εξασθενητής σε κυματοδηγό
- cisailles guillotine : κόπτης
- registre à glissières / registre à guillotine : κλαπέτο ολίσθησης
- cisaille à guillotine : ψαλίδα,καρμανιόλα / μηχανή ψαλιδίσματος τύπου γκιλλοτίνας
- affaiblisseur à guillotine : εξασθενητής τύπου γκιλοτίνας
Subscribe
0 Comments


