Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

habiter στα ελληνικά
habiter
λέγεται
αμπιτέ
.
habiter
σημαίνει στα ελληνικά
κατοικώ / μένω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- habitant : κάτοικος
- habité / occupé : κατοικημένος
- UAV / drone : UAV / μη επανδρωμένο αεροσκάφος
- EH / PE : ι.π. / ισοδύναμος πληθυσμός
- S52 / ne pas utiliser sur de grandes surfaces dans les locaux habités : Σ52 / να μη χρησιμοποιηθεί σε ευρείες επιφάνειες σε κατοικούμενους χώρους
- indice-lits / indice du nombre de lits : αριθμός κλινών ανά 1000 κατοίκους
- EH / équivalent habitant : ι.π. / μονάδα ισοδύναμου πληθυσμού
- EH / équivalent habitant : μονάδα ισοδύναμου πληθυσμού 1 ι.π.
- zone habitée : πυκνοκατοικημένη περιοχή
Subscribe
0 Comments


