Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hamac στα ελληνικά
hamac
λέγεται
αμάκ
.
hamac
σημαίνει στα ελληνικά
αιώρα / κούνια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hamac : αιώρα
- hamac / branle : αιώρα / μπράντα
Subscribe
0 Comments


