Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

handicap στα ελληνικά
handicap
λέγεται
ανντικάπ
.
handicap
σημαίνει στα ελληνικά
αναπηρία / μειονέκτημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- handicap : αναπηρία
- handicap : μειονέκτημα
- réseau d’études européen d’experts dans le domaine du handicap / ANED : ANED / Ακαδημαϊκό Δίκτυο Ευρωπαίων Εμπειρογνωμόνων σε Θέματα Αναπηρίας
- handicap social : κοινωνικός αποκλεισμός
- handicap auditif : ακουστική έλλειψη / ακουστική αναπηρία
- handicap sensoriel / déficience sensitive : αισθητηριακή αναπηρία
- handicap cognitif : γνωστικό μειονέκτημα
- handicap éducatif : σχολική μειονεξία
- handicap corporel : σωματική αναπηρία
- handicap professionnel : επαγγελματική αναπηρία
Subscribe
0 Comments


