Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hennissement στα ελληνικά
hennissement
λέγεται
ενισμάν
.
hennissement
σημαίνει στα ελληνικά
χλιμίντρισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
