Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hépatite στα ελληνικά
hépatite
λέγεται
επατίτ
.
hépatite
σημαίνει στα ελληνικά
ηπατίτιδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hépatite : ηπατίτις / ηπατίτιδα
- anti-HBc / Ac anti-HBc : anti-HBc / αντίσωμα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου του ιού της ηπατίτιδας Β
- antiHbs / anticorps anti-HBs : (μικροβιολογικό τέστ για την ηπατίτιδα)
- HVC / hépatite C : ηπατίτιδα Γ
- hépatite G : ηπατίτιδα G
- hépatite A / hépatite à virus : ηπατίτιδα Α / λοιμώδης ηπατίτις
- histomonose / maladie de la tête noire : ιστομονίαση / ιστομονάδωση
- HBsAg / Ag HBs : ηπατίτις Β με επιφανειακά αντιγόνα
- hépatite B / hépatite virale B : ηπατίτιδα Β
- kwashiorkor / dénutrition infantile : μορφή πελλάγρας εμφανιζόμενη στους διατρεφόμενους αποκλειστικά με αραβόσιτο
Subscribe
0 Comments


