Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

homologue στα ελληνικά
homologue
λέγεται
ομολόγκ
.
homologue
σημαίνει στα ελληνικά
ομόλογος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- homologue : ομόλογος
- isologue / homologue : ομόλογος / αυτός που έχει τον ίδιο γονότυπο
- homologue : αντίστοιχος
- isogreffe / homogreffe : ομοιοπλαστική
- allogreffe / homogreffe : ομοιομόσχευμα
- homologuer : επικυρώνω
- type homologué : επικυρωμένος τύπος
- accès homologué / accès enregistré : συστημένη διεύθυνση
- sérum homologue : ομόλογος ορός
- sérum homologue : ισοάνοσος ορός
Subscribe
0 Comments


