Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

iceberg στα ελληνικά
iceberg
λέγεται
αισμπέργκ
.
iceberg
σημαίνει στα ελληνικά
παγόβουνο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- iceberg : παγόβουνο
- ordre iceberg / ordre à quantité cachée : εντολή κρυφού βάθους / εντολή τύπου «παγόβουνο»
- iceberg tabulaire : κόλουρο παγόβουνο
- iceberg de glacier : παγόβουνο παγετώνα
- fragment d'iceberg : θραύσμα παγόβουνου
- phénomène de l'iceberg : φαινόμενο του παγόβουνου
- champ d'icebergs échoués : γλώσσα παγόβουνων
Subscribe
0 Comments


