Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

identifier στα ελληνικά
identifier
λέγεται
ινταντιφιέ
.
identifier
σημαίνει στα ελληνικά
αναγνωρίζω / ταυτίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- identifier : προσδιορίζω
- identifié : προσδιορισμένο
- identifiant / identifiant unique : εξακρίβωση χρήστη / Προσδιορισμός ταυτότητας του χρήστη
- identifiant / identificateur : αναγνωριστικό
- identifiant : αναγνωριστικό
- repère / point identifié : στίγμα εξ όψεως
- HBCDD / hexabromocyclododécane et tous les principaux diastéreoisomères identifiés : HBCDD / εξαβρωμοκυκλοδωδεκάνιο και όλα τα σημαντικά αναγνωρισμένα διαστερεοϊσομερή
- Identifiant international de compte bancaire / IBAN : IBAN / διεθνής αριθμός τραπεζικού λογαριασμού
- ECLI / identifiant européen de la jurisprudence : ECLI / αναγνωριστικό ευρωπαϊκής νομολογίας
- UUID / identifiant unique universel : UUID / διεθνής μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός
Subscribe
0 Comments


