Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ignorant στα ελληνικά
ignorant
λέγεται
ινιοράν
.
ignorant
σημαίνει στα ελληνικά
αμόρφωτος / που έχει άγνοια / ανίδεος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nul n'est censé ignorer la loi : ουδείς νοείται αγνοών το νόμο
- ignorant la spécificité de genre : που αγνοούν τη διάσταση «ισότητα των δύο φύλων»
- ignorant la spécificité de genre : αγνοών (ουσα) τη διάσταση του φύλου
Subscribe
0 Comments


