Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

immatriculation στα ελληνικά
immatriculation
λέγεται
ιματρικυλασιόν
.
immatriculation
σημαίνει στα ελληνικά
εγγραφή σε μητρώο / plaque d’ immatriculation πινακίδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- immatriculation : νηολόγηση αεροπλάνου
- immatriculation / numéro d'immatriculation : αριθμός άδειας
- immatriculation : ναυτολογία
- immatriculation : εγγραφή στο μητρώο
- immatriculation / immatriculation du travailleur : εγγραφή του εργαζομένου στα μητρώα των ασφαλισμένων
- immatriculation : αριθμός κυκλοφορίας / καταχώρηση αριθμού κυκλοφορίας
- immatriculation : εγγραφή
- immatriculation / travaux d'immatriculation : καταχώριση
- immatriculation : ταξινόμηση / έκδοση άδειας κυκλοφορίας (Deprecated)
Subscribe
0 Comments


