Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

impitoyable στα ελληνικά
impitoyable
λέγεται
ενπιτουαγιάμπλ
.
impitoyable
σημαίνει στα ελληνικά
αλύπητος / ανελέητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
