Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

impropre στα ελληνικά
impropre
λέγεται
ενπρόπρ
.
impropre
σημαίνει στα ελληνικά
ανάρμοστος / αδόκιμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- non comestible / impropre à la consommation humaine : μη εδώδιμος / μη φαγώσιμος
- électrolyte impropre : ακάθαρτος ηλεκτρολύτης
- cocon impropre au dévidage : κουκούλι που είναι ακατάλληλο για ξετύλιγμα των ινών του
- terre impropre à la culture : άγονος γη
- impropre à la consommation humaine : ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση
- impropre à la consommation humaine : ακατάλληλος για την ανθρώπινη κατανάλωση
- billets impropres à la circulation : ακατάλληλα τραπεζογραμμάτια
- impropre à la consommation en l'état : ακατάλληλο για διατροφή στην κατάσταση αυτή
- abats impropres à la consommation humaine : παραπροϊόντα ακατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση
- substance devenue impropre à l'utilisation : ουσία ακατάλληλη προς χρήση
Subscribe
0 Comments


