Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

impuissance στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
impuissance
λέγεται
ενπυισάνς
.
impuissance
σημαίνει στα ελληνικά
ανικανότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • impotence / impuissance : ανικανότητα / ανικανότητα παιδοποιίας
  • impuissance acquise : μαθημένη ανημπόρια
  • astysie impuissance : αστυσία / στυτική ανικανότητα
  • impuissance relative / impuissance élective : σχετική ανικανότητα
  • impuissance relative : σχετική ανικανότητα
  • impuissance psychique : ψυχική ανικανότητα
  • impuissance symptomatique : συμπτωματική ανικανότητα
  • impuissance avec stérilité : ολική ανικανότητα
  • impuissance de l'alcoolisme : αλκοολική ανικανότητα
  • impuissance d'origine organique : οργανική ανικανότητα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments