Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

impuissance στα ελληνικά
impuissance
λέγεται
ενπυισάνς
.
impuissance
σημαίνει στα ελληνικά
ανικανότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- impotence / impuissance : ανικανότητα / ανικανότητα παιδοποιίας
- impuissance acquise : μαθημένη ανημπόρια
- astysie impuissance : αστυσία / στυτική ανικανότητα
- impuissance relative / impuissance élective : σχετική ανικανότητα
- impuissance relative : σχετική ανικανότητα
- impuissance psychique : ψυχική ανικανότητα
- impuissance symptomatique : συμπτωματική ανικανότητα
- impuissance avec stérilité : ολική ανικανότητα
- impuissance de l'alcoolisme : αλκοολική ανικανότητα
- impuissance d'origine organique : οργανική ανικανότητα
Subscribe
0 Comments


