Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

imputation στα ελληνικά
imputation
λέγεται
ενπυτασιόν
.
imputation
σημαίνει στα ελληνικά
καταλογισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- imputation / affectation : καταλογισμός / προσδιορισμός
- taxation / imputation : χρέωση
- imputation : διανομή / κατανομή
- SAGITTAIRE / système automatique de gestion intégrée par télétransmission de transactions avec imputation des règlements étrangers : SAGITTAIRE
- compte d'ordre / compte d'attente : λογαριασμός τάξεως / εκκρεμής λογαριασμός
- poste budgétaire : κονδύλιο του προϋπολογισμού
- imputation fictive / crédit d'impôt fictif : περιορισμός φορολογικής υποχρέωσης
- méthode d'imputation : μέθοδος καταλογισμού
- imputation des frais : καταλογισμός δαπανών
- imputation des coûts : κατανομή κόστους / επιμερισμός δαπάνης
Subscribe
0 Comments


