Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inaction στα ελληνικά
inaction
λέγεται
ιναξιόν
.
inaction
σημαίνει στα ελληνικά
αδράνεια / απραξία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inaction / négligence : αμέλεια
- inaction bénigne / indifférence polie : παράλειψη χωρίς δόλο
Subscribe
0 Comments


