Εφαρμογή του

inapte στα ελληνικά
inapte
λέγεται
ινάπτ
.
inapte
σημαίνει στα ελληνικά
ανίκανος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inapte / incapable : ανίκανος
- inapte : ανίκανος για εργασία
- inapte au service : ακατάλληλος για την υπηρεσία
- inapte au travail / incapable de travailler : ανίκανος για εργασία / ανίκανος προς εργασία
- inapte à circuler : ακατάλληλος για κυκλοφορία
- inapte à la reproduction : ακατάλληλο προς αναπαραγωγή
- inapte au fonctionnement / pas apte au fonctionnement : μη δυνάμενος να λειτουργήσει
Subscribe
0 Comments