Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

incorporer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
incorporer
λέγεται
ενκορπορέ
.
incorporer
σημαίνει στα ελληνικά
κατατάσσω / ενσωματώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • soc-coutre / coutre incorporé : υνί-μαχαίρι / ενσωματωμένο μαχαίρι αρότρου
  • motoplaneur / moto-planeur : TMG / μηχανοκίνητο ανεμόπτερο περιήγησης
  • moteur fixe / moteur incorporé : σταθερός κινητήρας / ενσωματωμένος κινητήρας
  • incorporé / intrinsèque : ενσωματωμένος / προσδιορισμένος εκ των προτέρων
  • manchon soudé / raccordement a résistances incorporées : περίβλημα με ενσωματωμένη αντίσταση
  • coût incorporé : ενσωματωμένο κόστος
  • système emboîté / système imbriqué : ενσωματωμένο σύστημα υπολογιστών / ένθετο σύστημα
  • dérivé incorporé : ενσωματωμένο παράγωγο
  • cascade intégrée / cascade incorporée : κλιμακοειδής ψυκτική εγκατάσταση με μίγμα ως ψυκτικό μέσο
  • moteur incorporé : ενσωματωμένος κινητήρας

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments