Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

incorporer στα ελληνικά
incorporer
λέγεται
ενκορπορέ
.
incorporer
σημαίνει στα ελληνικά
κατατάσσω / ενσωματώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- soc-coutre / coutre incorporé : υνί-μαχαίρι / ενσωματωμένο μαχαίρι αρότρου
- motoplaneur / moto-planeur : TMG / μηχανοκίνητο ανεμόπτερο περιήγησης
- moteur fixe / moteur incorporé : σταθερός κινητήρας / ενσωματωμένος κινητήρας
- incorporé / intrinsèque : ενσωματωμένος / προσδιορισμένος εκ των προτέρων
- manchon soudé / raccordement a résistances incorporées : περίβλημα με ενσωματωμένη αντίσταση
- coût incorporé : ενσωματωμένο κόστος
- système emboîté / système imbriqué : ενσωματωμένο σύστημα υπολογιστών / ένθετο σύστημα
- dérivé incorporé : ενσωματωμένο παράγωγο
- cascade intégrée / cascade incorporée : κλιμακοειδής ψυκτική εγκατάσταση με μίγμα ως ψυκτικό μέσο
- moteur incorporé : ενσωματωμένος κινητήρας
Subscribe
0 Comments


