Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

increvable στα ελληνικά
increvable
λέγεται
ενκρεβάμπλ
.
increvable
σημαίνει στα ελληνικά
που δεν παθαίνει τίποτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bandage increvable : αδιάτρητο ελαστικό / μη διατρυόμενο ελαστικό
- chambre d'air increvable : αεροθάλαμος ανθεκτικός στη διάτρηση
Subscribe
0 Comments


