Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

incrustation στα ελληνικά
incrustation
λέγεται
ενκρυστασιόν
.
incrustation
σημαίνει στα ελληνικά
ενσωμάτωση / κομμάτι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- incrustation : ένθεμα
- incrustation : εγκόλληση
- incrustation : ένθετο / ένθετη διαγράμμιση
- incrustation : μικρό εξόγκωμα
- tartre / incrustation : ίζημα / λεβητόλιθος
- incrustation / effet d'incrustation : πρόσθεση εικόνας / υπέρθεση εικόνας
- sol à croûte / sol d'incrustation : πορώδες έδαφος / φλοιώδες έδαφος
- incrustation : δημιουργία λεβητολίθου
- greffe en incrustation : εμβολιασμός με εγκοπή / εμβολιασμός δια εγκοπής
- incrustation de copeaux : σκλήρυνσις πριονιδίων
Subscribe
0 Comments


