Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

induction στα ελληνικά
induction
λέγεται
ενντυξιόν
.
induction
σημαίνει στα ελληνικά
επαγωγή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- induction : επαγωγή
- induction / induction magnétique : μαγνητική επαγωγή
- inférence / induction statistique : στατιστική επαγωγή
- four H.F. / four à haute fréquence : επαγωγική κάμινος υψηλής συχνότητας
- inductance / auto-induction : αυτεπαγωγή
- self / bobine : πηνίο / επαγωγέας
- déplacement / induction électrique : διηλεκτρική μετατόπιση
- tirage induit / tirage par induction : σύστημα τραβήγματος / Σύστημα δημιουργίας ρεύματος αέρος
Subscribe
0 Comments


