Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

induire στα ελληνικά
induire
λέγεται
ενντυίρ
.
induire
σημαίνει στα ελληνικά
συμπεραίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rotor / induit : δρομέας / δευτερεύων
- induit : επαγώγιμο στοιχείο
- induit : οπλισμός / περιέλιξη ηλεκτρομηχανής
- induit : επαγώγιμο
- induit : τεχνητός / προκλητός
- EUROFORM / Programme d'initiative communautaire pour la formation professionnelle : EUROFORM / Πρόγραμμα κοινοτικής πρωτοβουλίας για την επαγγελματική εκπαίδευση
- noyau / noyau d'induit : μαγνητικός πυρήνας
- retombées / effets induits : δευτερογενείς συνέπειες
- air induit : Σιφώνι αέρος
- feu induit : επαγώγιμη πυρκαγιά / πυρκαγιά από εξωτερική αιτία
Subscribe
0 Comments


