Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inexistant στα ελληνικά
inexistant
λέγεται
ινεγκζιστάν
.
inexistant
σημαίνει στα ελληνικά
ανύπαρκτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- acte inexistant : ανύπαρκτη πράξη
- numéro inexistant : ο αριθμός δεν υπάρχει
- groupe de codes inexistants : ανεκχώρητη κωδικοομάδα
- décision juridictionnelle inexistante : ανυπόστατη δικαστική απόφαση
Subscribe
0 Comments


