Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

infirmerie στα ελληνικά
infirmerie
λέγεται
ενφιρμερί
.
infirmerie
σημαίνει στα ελληνικά
ιατρείο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- infirmerie : αναρρωτήριο / αίθουσα πρώτων βοηθειών
- infirmerie : ιατρείο / αναρρωτήριο
- voiture-ambulance / voiture d'infirmerie : νοσοκομειακό όχημα μεταφοράς
Subscribe
0 Comments


