Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

influer στα ελληνικά
influer
λέγεται
ενφλυέ
.
influer
σημαίνει στα ελληνικά
επιδρώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- influent : υλικό που εισρέει / εισρέοντα λύματα
- les inclusions non métalliques influent sur la qualité de l'acier : τα μη μεταλλικά εγκλείσματα επηρεάζουν την ποιότητα του χάλυβα
Subscribe
0 Comments


