Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

infranchissable στα ελληνικά
infranchissable
λέγεται
ενφρανσισάμπλ
.
infranchissable
σημαίνει στα ελληνικά
αδιάβατος / αδιαπέραστος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments


