Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

innombrable στα ελληνικά
innombrable
λέγεται
ινονμπράμπλ
.
innombrable
σημαίνει στα ελληνικά
αμέτρητος / αναρίθμητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
