Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inopiné στα ελληνικά
inopiné
λέγεται
ινοπινέ
.
inopiné
σημαίνει στα ελληνικά
απροσδόκητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- audit inopiné / enquête inopinée : διακρίβωση χωρίς προαναγγελία
- visite surprise / visite impromptue : αιφνιδιαστικός έλεγχος / επιθεώρηση χωρίς προαναγγελία
- contrôle inopiné / contrôle par sondage : αιφνίδιος έλεγχος / έλεγχος με σφυγμομέτρηση
- contrôle aléatoire / contrôle par sondage : τυχαίος έλεγχος / αιφνιδιαστικός έλεγχος
- accès inopiné à fréquence limitée / droit d'accès inopiné à faible frequence : Περιορισμένης Συχνότητας Πρόσβαση Χωρίς Προειδοποίηση LFUA
Subscribe
0 Comments


