Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

instaurer στα ελληνικά
instaurer
λέγεται
ενστορέ
.
instaurer
σημαίνει στα ελληνικά
εγκαθιδρύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- système instauré par le traité : καθεστώς της συνθήκης
- règlement instaurant un maillage uniforme : κανόνας του ενός δικτύου
- instaurer un régime de quotas de production : καθορίζει σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής
- bipolarité politique instaurée par la Constitution : πολιτικός δικεντρισμός του Συντάγματος
- Comité pour la mise en oeuvre du règlement instaurant un système intérimaire de points applicable aux poids lourds qui transitent par l'Autriche dans le cadre d'une politique durable des transports : Επιτροπή για την εφαρμογή του κανονισμού για τη θέσπιση ενός μεταβατικού συστήματος σημείων που εφαρμόζεται στα βαρέα φορτηγά οχήματα που διέρχονται από την Αυστρία στο πλαίσιο μιας αειφόρου πολιτικής των μεταφορών
Subscribe
0 Comments


