Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

intellectuel στα ελληνικά
intellectuel
λέγεται
εντελεκτυέλ
.
intellectuel
σημαίνει στα ελληνικά
διανοούμενος / διανοητικός / πνευματικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déficience intellectuelle (Preferred) / arriération mentale : νοητική υστέρηση (Preferred) / ολιγοφρενία
- Traité IPIC / Traité de Washington : Συνθήκη της Ουάσινγκτον περί πνευματικής ιδιοκτησίας όσον αφορά τα ολοκληρωμένα κυκλώματα
- employé / col blanc : μη χειρώνακτας / υπάλληλος γραφείου
- travail mental / travail intellectuel : διανοητική εργασία / πνευματική εργασία
- exode des cerveaux / fuite des cerveaux : φυγή εγκεφάλων / διαρροή εγκεφάλων
- Conseil des ADPIC / Conseil des aspects des droits de propriété intellectuelle qui touchent au commerce : Συμβούλιο για τα TRIP / Συμβούλιο για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου
- OMPI / Organisation mondiale de la propriété intellectuelle : ΠΟΔΙ / Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοτησίας
- EUIPO (Preferred) / OUEPI : EUIPO / Γραφείο διανοητικής ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης
- TRIP / ADPIC : TRIPs / εμπορικές πτυχές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας
Subscribe
0 Comments


