Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

intérieur στα ελληνικά
intérieur
λέγεται
εντεριέρ
.
intérieur
σημαίνει στα ελληνικά
εσωτερικός / εσωτερικό / μέσα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- intérieur : γέμισμα πούρου
- intérieur / intérieur d'un cigare : γέμισμα πούρου
- Fiscalis / Programme Fiscalis : πρόγραμμα Fiscalis / Κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για τη βελτίωση των συστημάτων έμμεσης φορολογίας της εσωτερικής αγοράς
- taraudage / filet d'écrou : εσωτερικό σπείρωμα / σπείρωμα περικοχλίου
- affichage / affichage du règlement intérieur : αφισοκόλληση
- taraudage / filetage intérieur : θηλυκό σπείρωμα / εσωτερικό σπείρωμα
- E / direction E : Διεύθυνση Προσωπικού και Εσωτερικών Υπηρεσιών / Διεύθυνση Ε
- Conseil "Justice et affaires intérieures" / Conseil JAI : Συμβούλιο ΔΕΥ / Συμβούλιο "Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις"
- batellerie / trafic fluvial : εσωτερική ναυσιπλοϊα / ναυσιπλοϊα στους ποταμούς και στις διώρυγες του εθνικού δικτύου
- PIB réel / produit intérieur brut réel : ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους
Subscribe
0 Comments


