Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

intermittence στα ελληνικά
intermittence
λέγεται
εντερμιτάνς
.
intermittence
σημαίνει στα ελληνικά
διάλειψη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
