Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

interrupteur στα ελληνικά
interrupteur
λέγεται
εντερυπτέρ
.
interrupteur
σημαίνει στα ελληνικά
διακόπτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- interrupteur : διακόπτης / διακόπτης εντός-εκτός
- interrupteur : διακόπτης
- commutateur / interrupteur de sélection : διακόπτης επιλογής / διακόπτης αναστροφής
- starter / interrupteur automatique thermo-électrique : στάρτερ / εκκινητής
- interrupteurs DIP : διακόπτες συσκευασίας DIP
- interrupteur photo : φωτοδιακόπτης
- thyristor blocable / thyristor interrupteur : θυρίστορ διακοπής / θυρίστορ με δυνατότητα διακοπής
Subscribe
0 Comments


