Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

inutile στα ελληνικά
inutile
λέγεται
ινυτίλ
.
inutile
σημαίνει στα ελληνικά
άχρηστος / ανώφελος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cuivre inutile / cuivre étranger : εξωτερικός χαλκός
- sans délai indu / sans délai excessif : χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση
- doubles emplois inutiles : περιττές διπλές εργασίες
- prolongation inutile de l'agonie : κακοθανασία / ανώφελη παράταση
- note de battement audible inutile : ακουστός παρεμβαλλόμενος τόνος διακροτήματος
Subscribe
0 Comments


