Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

iode στα ελληνικά
iode
λέγεται
ιόντ
.
iode
σημαίνει στα ελληνικά
ιώδιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- iode / MUL : ιώδιο
- ICl3 / trichlorure d'iode : ICl3 / τριχλωρίδιο του ιωδίου
- ICl / monochlorure d'iode : ICl / μονοχλωρίδιο του ιωδίου
- IBr / bromure d'iode : IBr / βρωμίδιο του ιωδίου
- E2 / iode-I : Ε2 / 6Η2Ο
- iode 129 : ιώδιο-129
- eau iodée : ιωδιούχο νερό
- bain iodé : ιωδιούχο λουτρό
- gout d'iode : γεύση ιωδίου / γεύση από ιώδιο
- fiole à iode / flacon à iode : Πώμα φιάλης ιωδίου
Subscribe
0 Comments


