Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

irritation στα ελληνικά
irritation
λέγεται
ιριτασιόν
.
irritation
σημαίνει στα ελληνικά
ερέθισμα / ερεθισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- irritation : ερεθισμός
- irritation : τοξικό έκζεμα
- agent vésicant / agent d'irritation de la peau : Eρεθιστικά δέρματος
- irritation cutanée / irritation dermique : δερματικός ερεθισμός / ερεθισμός του δέρματος
- irritation des yeux / irritation oculaire : ερεθισμός του οφθαλμού / οφθαλμικός ερεθισμός
- irritation adéquate : ομόλογο ερέθισμα
- syndrome d'irritation : σύνδρομο ερεθισμού
Subscribe
0 Comments


