Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

jet στα ελληνικά
jet
λέγεται
ζε
.
jet
σημαίνει στα ελληνικά
ρίξιμο / βολή / πέταγμα / jet d’eau σιντριβάνι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- JET / Tore européen commun : JET / Joint European Torus
- jet : πίδακας ρευστού από εγχυτήρα / ταχύρευμα εξαγωγής καυσαερίων
- jet : μετάθεση
- jet / injection d'eau : εισπίεση νερού
- jet : έκριψις υλικού
- jet : τζέτ / στρόβιλος
- jet : αναβληστήρας / δέσμη ρευστού
- jet : φύτρο
- JE / jet(prononcer jette) : ηλεκτρονική ειδησεογραφία / ηλεκτρονική συγκέντρωση ειδήσεων
- avtag / carburant aviation : βενζίνη τύπου AVTAG
Subscribe
0 Comments


