Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

jeton στα ελληνικά
jeton
λέγεται
ζετόν
.
jeton
σημαίνει στα ελληνικά
κέρμα / μάρκα / faux jeton υποκριτής / σουπιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- jeton : αδειοπλαίσιο
- jeton : μάρκα
- jeton / jeton d'authentification : αδειοδοτικό
- jeton : κέρμα
- détenteur / détenteur d'un jeton : κάτοχος αδειοπλαισίου
- jeton OSIS : αδειοπλαίσιο OSIS / αδειοπλαίσιο για ανοικτούς σταθμούς πώλησης υπηρεσιών πληροφορίας
- péage à jeton / péage à pièce d'argent : περιστρεφόμενη δίοδος ελέγχου
- réseau à jeton / réseau local en anneau à jeton : δακτυλιοειδές δίκτυο αδειοπλαισίου
- anneau à jeton / anneau à circulation de jeton : μέθοδος πρόσβασης σε δακτυλιοειδές δίκτυο αδειοπλαισίου
- anneau à jeton / passage de jetons : δακτυλιοειδές αδειοπλαίσιο
Subscribe
0 Comments


