Εφαρμογή του

juridiction στα ελληνικά
juridiction
λέγεται
ζυριντιξιόν
.
juridiction
σημαίνει στα ελληνικά
δικαιοδοσία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- juridiction / compétence : δικαιοδοσία
- ressort / compétence : αρμόδιo δικαστήριo, δικαιoδoσία / δικαιοδοσία
- juridiction : δικαστήριο
- Cour du travail / Tribunal du travail : εργατοδικείο
- saisine : προσφυγή στο Δικαστήριο
- tribunal arbitral / instance arbitrale : διαιτητική αρχή
- PTNC / pays et territoires non coopératifs : ΜΣΧΕ / μη συνεργαζόμενες χώρες και εδάφη
- haute juridiction : ανώτατο δικαστήριο
- tribunal spécialisé / chambre juridictionnelle (Obsolete) : ειδικευμένο δικαστήριο / δικαιοδοτικό τμήμα (Obsolete)
- juridiction pénale / juridiction répressive : ποινική δικαιοδοσία
Subscribe
0 Comments