Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lacérer στα ελληνικά
lacérer
λέγεται
λασερέ
.
lacérer
σημαίνει στα ελληνικά
κομματιάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fourrage lacéré : ψιλοτεμαχισμένο χόρτο
- cataracte lacérée : κατακερματισμένος καταρράκτης
Subscribe
0 Comments


