Εφαρμογή του

lainage στα ελληνικά
lainage
λέγεται
λενάζ
.
lainage
σημαίνει στα ελληνικά
μάλλινο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lainage : μάλλινα υφάσματα
- lainage à fond : λεπτομερές χνούδιασμα
- déchet de lainage : φύρα της χνουδιάστρας
- lainage à chardons végétaux : χνούδιασμα φυτικών υλών στο λανάρι
- lainage à chardons métalliques : χνούδιασμα μεταλλικών επενδύσεων γαρνιτούρας χαρτζιών
- métier pour lainages et draperies : αργαλειός για μάλλινα πανιά και ρούχα
- matériel de lainage et de grattage : εξοπλισμός χνουδιάσματος
Subscribe
0 Comments