Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

laisse στα ελληνικά
laisse
λέγεται
λες
.
laisse
σημαίνει στα ελληνικά
λουρί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- laisse : λουρί συγκράτησης
- laisse : ίχνος παλιρροίας / σταθερόν παλιρροίας
- surface / généralement plate : πλάτωμα
- trace / marque laissée par des outils : σημάδια που αφήνουν τα όπλα
- passavant / laissez-passer : άδεια κυκλοφορίας
- boillonner(B) / travailler du bain : βράζω
- laisse d'eau : γραμμή νερού / σημάδι νερού
- laissez-passer / carte permanente : κάρτα εισόδου
- repère de crue / laisses de crues : ίχνη πλημμύρας
- arrêter le feu / laisser tomber le feu : σβήνω τη φωτιά / αφήνω τη φωτιά να σβήσει
Subscribe
0 Comments


