Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

langouste στα ελληνικά
langouste
λέγεται
λανγκούστ
.
langouste
σημαίνει στα ελληνικά
αστακός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- langouste / MUL : SLV / αστακός
- langouste : αστακός
- \VLO / langoustes : αστακοί
- \SLV / langoustes : αστακός
- langoustes : αστακοί
- langoustes : αστακός
- langoustes / MUL : καραβίδες
- langouste rose : κοκκινο-αστακός
- \SLO / langouste rouge : αστακός
- \PSL / langouste rose : κοκκινο-αστακός
Subscribe
0 Comments


