Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lave-vaisselle στα ελληνικά
lave-vaisselle
λέγεται
λαββεσέλ
.
lave-vaisselle
σημαίνει στα ελληνικά
πλυντήριο πιάτων
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lave-vaisselle : πλυντήριο πιάτων
- lave-vaisselle domestique : οικιακό πλυντήριο πιάτων
- lave-vaisselle ménager intégrable : εντοιχιζόμενο οικιακό πλυντήριο πιάτων
- lave-vaisselle ménager équivalent : ισοδύναμο οικιακό πλυντήριο πιάτων
Subscribe
0 Comments


