Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lavement στα ελληνικά
lavement
λέγεται
λαβμάν
.
lavement
σημαίνει στα ελληνικά
κλύσμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- clystère / lavement : υποκλυσμός
- lavement baryté : βαριούχος κατάποση / βαριούχος υποκλυσμός
- poire à lavement : αχλαδοειδής ελαστική φούσκα του κλύσματος
- trousse à lavement : σύνεργα υποκλυσμού
- lavement glycériné : κλύσμα με γλυκερίνη
- lavement paraffiné : κλύσμα με παραφίνη
- seringue de Higginson / poire à lavement de Higginson : σύριγγα Higginson
- lavement de contraste : υποκλυσμός με σκιαγραφικά μέσα
- lavement à l'huile d'olive : κλύσμα με ελαιόλαδο
- extraction par lavement utérin : εξαγωγή με πλύση μήτρας
Subscribe
0 Comments


