Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

léger στα ελληνικά
léger
λέγεται
λεζέ
.
léger
σημαίνει στα ελληνικά
ελαφρύς / επιπόλαιος / ανάλαφρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- léger : ελαφρύ
- léger : ελαφρός
- kaolin / silicate d'aluminium : καολίνης / πυριτικό αργίλιο
- hotte / tandelin(Alsace) : καλάθι του τρύγου
- iTrace / mécanisme de signalement mondial des ALPC et autres armes conventionnelles et munitions : iTrace / παγκόσμιος μηχανισμός αναφοράς για παράνομα συμβατικά όπλα και πυρομαχικά
- ALPC / armes légères : φορητά όπλα και ελαφρός οπλισμός / φορητά όπλα και ελαφρύς οπλισμός
- VSAT / micro-station : μικροτερματικό / τερματικό με κεραία πολύ μικρού ανοίγματος
- VUL / véhicule utilitaire léger : ελαφρό εμπορικό όχημα
- LWR / réacteur à eau légère : αντιδραστήρας ύδατος / αντιδραστήρας ελαφρού ύδατος
Subscribe
0 Comments


