Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

légiférer στα ελληνικά
légiférer
λέγεται
λεζιφερέ
.
légiférer
σημαίνει στα ελληνικά
νομοθετώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- légiférer : νομοθετώ
- mieux légiférer / amélioration de la réglementation : καλή νομοθέτηση (Preferred) / βελτίωση του νομοθετικού έργου
- droit de légiférer : δικαίωμα του νομοθετείν
- droit de légiférer : δικαίωμα έκδοσης νόμων
- communication "mieux légiférer" : ανακοίνωση "καλύτερο νομοθετικό έργο"
- accord interinstitutionnel "Mieux légiférer" : διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας
- Conformément au point 34 de l'accord interinstitutionnel 'Mieux légiférer', les États membres sont encouragés à établir, pour eux-mêmes et dans l'intérêt de l'Union, leurs propres tableaux, qui illustrent, dans la mesure du possible, la concordance entre la présente directive et les mesures de transposition et à les rendre publics. : Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, το Συμβούλιο παροτρύνει τα κράτη μέλη να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν.
Subscribe
0 Comments


