Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

légitimer στα ελληνικά
légitimer
λέγεται
λεζιτιμέ
.
légitimer
σημαίνει στα ελληνικά
νομιμοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- héritier / héritier légal : κληρονόμος εκ του νόμου
- part réservataire / réserve héréditaire : νόμιμη μοίρα
- fumée légitime / fumée non suspecte : μη ύποπτος καπνός
- motif légitime : νόμιμη αιτία
- enfant légitime (Obsolete) : τέκνο γεννημένο σε γάμο / νόμιμο τέκνο (Deprecated)
- motif légitime : νόμιμος λόγος
- enfant légitime : γνήσιο τέκνο / τέκνο γεννημένο σε γάμο
- excuse légitime : βάσιμη δικαιολογία
- légitime défense : νόμιμη άμυνα
- finalité légitime : νόμιμος σκοπός
Subscribe
0 Comments


