Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lexicographie στα ελληνικά
lexicographie
λέγεται
λεξικογκραφί
.
lexicographie
σημαίνει στα ελληνικά
λεξικογραφία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lexicographie : λεξικογραφία
Subscribe
0 Comments


